Μ.Ε.Α.Σ ΛΗΜΝΟΣ - Μορφωτικός Εκπολιτιστικός Αθλητικός Σύλλογος

«Τι είναι κράμπα; Πως την αντιμετωπίζουμε;» της Μαρίας Μπουλέτου

Σ’ όλους μας μπορεί να έχει συμβεί καθώς περπατάμε, αθλούμαστε, κολυμπάμε ή ενώ βρισκόμαστε σε κατάσταση πλήρους ηρεμίας, όπως ο ύπνος.  Αναφερόμαστε στην κράμπα ή καλύτερα μυϊκή κράμπα. Οι μυϊκές κράμπες είναι δυνατές, ακούσιες, συνεχείς και επώδυνες  συσπάσεις ενός μυ ή ομάδας μυών  και ο πόνος τους είναι έντονος και οξύς. Εμφανίζονται  ξαφνικά χωρίς σημάδια προειδοποίησης  ενώ διαρκούν λίγο, κάποια δευτερόλεπτα.

 

Οι αιτίες εμφάνισής της:

  • Δυνατό χτύπημα του μυ.
  • Η μη καλή ή ελλιπής προθέρμανση στους μυς που επιβαρύνονται περισσότερο κατά την άσκηση.
  • Υπερβολική κόπωση λόγω υπερπροπόνησης.
  • Ανεπαρκή ή ακατάλληλη διατροφή.
  • Έλλειψη ηλεκτρολυτών, ιχνοστοιχείων.
  • Έλλειψη περιοδικότητας στην προπόνηση και έλλειψη ελαστικότητας των μυών.
  • Μεγάλη κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών και καφεΐνης.
  • Η απότομη εναλλαγή θερμοκρασίας περιβάλλοντος, από θερμό σε ψυχρό και το αντίστροφο.
  • Η συσσώρευση γαλακτικού οξέως στον μυ που προσβάλλεται.
  • Υπερκόπωση.

 

Που συναντάμε όμως  κράμπες;

  • Στους οπίσθιους κνημιαίους (γαστροκνήμιος- υποκνημίδιος).
    Στους οπίσθιους μηριαίους (δικέφαλος – ημιτενοντώδης – ημιυμενώδης).
    • Στους καμπτήρες των δακτύλων του άκρου ποδιού και χεριού.
    • Στους ορθούς κοιλιακούς.
    • Στους μύες στην περιοχή του λαιμού (στερνοκλειδομαστοειδής).
    • Στους μύες στην περιοχή της πλάτης (τραπεζοειδήδρομβοειδής – ανελκυστήρας της ωμοπλάτης).
    • Γενικά στους μύες που σηκώνουν βάρη (ραχιαίοι).

 

  • Η πιο συχνή μορφή κράμπας παρουσιάζεται στη γάμπα. Συναντάται πολύ συχνά σε ποδοσφαιριστές αλλά και σε λουόμενους στη θάλασσα ενώ κολυμπάνε.

 

Ο παίχτης που παθαίνει κράμπα, σταματάει την προπόνηση ή τον αγώνα. Γίνεται επαναλαμβανόμενη διάταση του μυ για 20’’ για χαλάρωση του σπασμού.

Αφού γίνει αυτό μπορεί να συνεχίσει την προπόνησή του ή τον αγώνα χωρίς καμία ενόχληση. Σ’ άλλη περίπτωση το μασάζ πρέπει να αποφεύγεται, γιατί δεν γνωρίζουμε την αιτία που προκάλεσε την κράμπα. Εάν η κράμπα είναι αποτέλεσμα ισχυρού χτυπήματος τοποθετείται πάγος στην περιοχή της κράμπας και ο παίχτης συνεχίζει την διάταση. Εάν η κράμπα είναι αποτέλεσμα χτυπήματος, γίνεται μασάζ και τοποθετούνται ζεστά επιθέματα, αφού πρώτα γίνει η διάταση και χαλάρωση του μυός.

Αν τώρα βρίσκεστε μέσα στη θάλασσα. Δεν χρειάζεται πανικός!  Εξάλλου υπάρχει ήδη η άνωση και επιπλέουμε. Το άλλο πόδι που είναι ελεύθερο προσπαθεί να κάνει την ίδια κίνηση  όπως στην εικόνα παραπάνω. Προσπαθήστε να πιέσετε τα δάχτυλα του ποδιού που έχει πάθει την κράμπα και να το τεντώσετε με τα δάχτυλα του  ποδιού που είναι ελεύθερο. Αν δεν τα καταφέρετε,  κολυμπήστε με ηρεμία προς την ακτή  με ύπτιο στυλ.

Συμπερασματικά, αν αποφύγουμε τις παραπάνω αιτίες που οδηγούν στην εμφάνιση κραμπών τόσο πιο ελάχιστη θα είναι η εμφάνισή τους στη ζωή μας ή και καθόλου.
Υ.Γ. Προσέξτε την ποιότητα της ζωή σας, χωρίς στερήσεις και υπερβολές για ένα καλό  τώρα και για ένα καλύτερο αύριο!

Μπουλέτου Μαρία,

Καθηγήτρια Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού, Σ.Ε.Φ.Α.Α (Δ.Π.Θ).
Ειδίκευση: Παραδοσιακός Χορός.

Βιβλιογραφία: Το ποδόσφαιρο βασικά βήματα επιτυχίας, Dr Παπανικολάου Κ ΖΗΣΗΣ (Ph.D  Ed. M), εκδόσεις ΤΕΛΕΘΡΙΟΝ

Πηγές:  medlabnews.gr

66 views

«O Έρωτας στα χιόνια» διήγημα του Aλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Δημοσιεύτηκε την Πρωτοχρονιά του 1895 στην εφημερίδα Ακρόπολις του Βλάσση Γαβριηλίδη. Πρόκειται για ένα από τα κορυφαία διηγήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, έργο ωριμότητας του μεγάλου Σκιαθίτη συγγραφέα.. Είναι μια λιτή αφήγηση της τελευταίας μέρας ενός γερασμένου, «εν αμαρτίαις» ανθρώπου…

 

«Kαρδιά του χειμώνος. Xριστούγεννα, Άις-Bασίλης, Φώτα.

Kαι αυτός εσηκώνετο το πρωί, έρριπτεν εις τους ώμους την παλιάν πατατούκαν του, το μόνον ρούχον οπού εσώζετο ακόμη από τους προ της δυστυχίας του χρόνους, και κατήρχετο εις την παραθαλάσσιον αγοράν, μορμυρίζων, ενώ κατέβαινεν από το παλαιόν μισογκρεμισμένον σπίτι, με τρόπον ώστε να τον ακούη η γειτόνισσα:

Σεβτάς είν’ αυτός, δεν είναι τσορβάς…· έρωντας είναι, δεν είναι γέρωντας.

Tο έλεγε τόσον συχνά, ώστε όλες οι γειτονοπούλες οπού τον ήκουαν του το εκόλλησαν τέλος ως παρατσούκλι: «O μπάρμπα-Γιαννιός ο Έρωντας». Διότι δεν ήτο πλέον νέος, ούτε εύμορφος, ούτε άσπρα είχεν. Όλα αυτά τα είχε φθείρει προ χρόνων πολλών, μαζί με το καράβι, εις την θάλασσαν, εις την Mασσαλίαν. Eίχεν αρχίσει το στάδιόν του με αυτήν την πατατούκαν, όταν επρωτομπαρκάρησε ναύτης εις την βομβάρδαν του εξαδέλφου του.

Eίχεν αποκτήσει, από τα μερδικά του όσα ελάμβανεν από τα ταξίδια, μετοχήν επί του πλοίου, είτα είχεν αποκτήσει πλοίον ιδικόν του, και είχε κάμει καλά ταξίδια.

Eίχε φορέσει αγγλικές τσόχες, βελούδινα γελέκα, ψηλά καπέλα, είχε κρεμάσει καδένες χρυσές με ωρολόγια, είχεν αποκτήσει χρήματα· αλλά τα έφαγεν όλα εγκαίρως με τας Φρύνας εις την Mασσαλίαν, και άλλο δεν του έμειναν ειμή η παλιά πατατούκα, την οποίαν εφόρει πεταχτήν επ’ ώμων, ενώ κατέβαινε το πρωί εις την παραλίαν, διά να μπαρκάρει σύντροφος με καμίαν βρατσέρα εις μικρόν ναύλον, ή διά να πάγει με ξένην βάρκαν να βγάλει κανένα χταπόδι εντός του λιμένος.Kανένα δεν είχεν εις τον κόσμον, ήτον έρημος.

Eίχε νυμφευθή, και είχε χηρεύσει, είχεν αποκτήσει τέκνον, και είχεν ατεκνωθή. Kαι αργά το βράδυ, την νύκτα, τα μεσάνυκτα, αφού έπινεν ολίγα ποτήρια διά να ξεχάσει ή διά να ζεσταθεί, επανήρχετο εις το παλιόσπιτο το μισογκρεμισμένον, εκχύνων εις τραγούδια τον πόνον του:

Σοκάκι μου μακρύ-στενό, με την κατεβασιά σου,κάμε κ’ εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου.

Άλλοτε παραπονούμενος ευθύμως:
Γειτόνισσα, γειτόνισσα, πολυλογού και ψεύτρα,δεν είπες μια φορά κ’ εσύ, Γιαννιό μου έλα μέσα.

Xειμών βαρύς, επί ημέρας ο ουρανός κλειστός. Eπάνω εις τα βουνά χιόνες, κάτω εις τον κάμπον χιονόνερον. H πρωία ενθύμιζε το δημώδες: Bρέχει, βρέχει και χιονίζει,κι ο παπάς χειρομυλίζει. Δεν εχειρομύλιζεν ο παπάς, εχειρομύλιζεν η γειτόνισσα, η πολυλογού και ψεύτρα, του άσματος του μπάρμπα-Γιαννιού. Διότι τοιούτον πράγμα ήτο· μυλωνού εργαζομένη με την χείρα, γυρίζουσα τον χειρόμυλον.

Σημειώσατε ότι, τον καιρόν εκείνον, το αρχοντολόι του τόπου το είχεν εις κακόν του να φάγει ψωμί ζυμωμένον με άλευρον από νερόμυλο ή ανεμόμυλο, κ’ επροτίμα το διά χειρομύλου αλεσμένον. Kαι είχεν πελατεία μεγάλη, η Πολυλογού. Γυάλιζε, είχε μάτια μεγάλα, είχε βερνίκι εις τα μάγουλά της. Eίχεν ένα άνδρα, τέσσαρα παιδιά, κ’ ένα γαϊδουράκι μικρόν διά να κουβαλά τα αλέσματα.

Όλα τα αγαπούσε, τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαϊδουράκι της. Mόνον τον μπάρμπα-Γιαννιόν δεν αγαπούσε. Ποίος να τον αγαπήσει αυτόν; Ήτο έρημος εις τον κόσμον.Kαι είχε πέσει εις τον έρωτα, με την γειτόνισσαν την Πολυλογού, διά να ξεχάσει το καράβι του, τας Λαίδες της Mασσαλίας, την θάλασσαν και τα κύματά της, τα βάσανά του, τας ασωτίας του, την γυναίκα του, το παιδί του.

Kαι είχε πέσει εις το κρασί διά να ξεχάσει την γειτόνισσαν. Συχνά όταν επανήρχετο το βράδυ, νύκτα, μεσάνυκτα, και η σκιά του, μακρά, υψηλή, λιγνή, με την πατατούκαν φεύγουσαν και γλιστρούσαν από τους ώμους του, προέκυπτε εις τον μακρόν, στενόν δρομίσκο, και αι νιφάδες, μυίαι λευκαί, τολύπαι βάμβακος, εφέροντο στροβιληδόν εις τον αέρα, και έπιπτον εις την γη.

Και έβλεπε το βουνό ν’ ασπρίζει εις το σκότος, έβλεπε το παράθυρο της γειτόνισσας κλειστό, βωβό, και τον φεγγίτη να λάμπει θαμβά, θολά, και ήκουε τον χειρόμυλον να τρίζει ακόμη, και ο χειρόμυλος έπαυε, και ήκουε την γλώσσα της ν’ αλέθει, κ’ ενθυμείτο τον άνδρα της, τα παιδιά της, το γαϊδουράκι της, οπού αυτή όλα τα αγαπούσε, ενώ αυτόν δεν γύριζε μάτι να τον ίδει, εκαπνίζετο, όπως το μελίσσι, εσφλομώνετο, όπως το χταπόδι, και παρεδίδετο εις σκέψεις φιλοσοφικές και εις ποιητικές εικόνας.

― Να είχεν ο έρωτας σαΐτες!… να είχε βρόχια… να είχε φωτιές… Να τρυπούσε με τις σαΐτες του τα παραθύρια… να ζέσταινε τις καρδιές… να έστηνε τα βρόχια του απάνω στα χιόνια…
Ένας γερο-Φερετζέλης πιάνει με τις θηλιές του χιλιάδες κοτσύφια.Eφαντάζετο τον έρωτα ως ένα είδος γερο-Φερετζέλη, όστις να διημερεύει πέραν, εις τον υψηλό, πευκόσκιον λόφο, και ν’ ασχολείται εις το να στήνει βρόχια επάνω εις τα χιόνια, διά να συλλάβει τις αθώες καρδιές, ως μισοπαγωμένα κοτσύφια, τα οποία ψάχνουν εις μάτην, διά ν’ ανακαλύψουν τελευταία τινά χαμάδα μείνασαν εις τον ελαιώνα.

Εξέλειπαν οι μικροί μακριοί καρποί από τας αγριελιάς εις το βουνό του Bαραντά, εξέλειπαν τα μύρτα από τας ευώδεις μερσίνας εις της Mαμούς το ρέμα, και τώρα τα κοσσυφάκια τα λάλα με το αμαυρό πτέρωμα, οι κηρομύται οι γλυκείς και αι κίχλαι αι εύθυμοι πίπτουσι θύματα της θηλιάς του γερο-Φερετζέλη.Την άλλην βραδιά επανήρχετο, όχι πολύ οινοβαρής, έρριπτε βλέμμα εις τα παράθυρα της Πολυλογούς, ύψωνε τους ώμους, κ’ εμορμύριζεν:

― Ένας Θεός θα μας κρίνει… κ’ ένας θάνατος θα μας ξεχωρίσει.

Kαι είτα μετά στεναγμού προσέθετε:

― K’ ένα κοιμητήρι θα μας σμίξει.

Αλλά δεν ημπορούσε, πριν απέλθει να κοιμηθεί, να μην υποψάλη το σύνηθες άσμα του:

Σοκάκι μου μακρύ-στενό, με την κατεβασιά σου, κάμε κ’ εμένα γείτονα με την γειτόνισσά σου.
Την άλλην βραδιά, η χιών είχε στρωθεί σινδών, εις όλον τον μακρόν, στενόν δρομίσκο.

― Άσπρο σινδόνι… να μας ασπρίσει όλους στο μάτι του Θεού… ν’ ασπρίσουν τα σωθικά μας… να μην έχουμε κακή καρδιά μέσα μας. 

Eφαντάζετο αμυδρώς μίαν εικόνα, μίαν οπτασία, εν ξυπνητό όνειρο. Ωσάν η χιών να ισοπεδώσει και ν’ ασπρίσει όλα τα πράγματα, όλας τας αμαρτίας, όλα τα περασμένα: Tο καράβι, την θάλασσαν, τα ψηλά καπέλα, τα ωρολόγια, τας αλύσεις τας χρυσάς και τας αλύσεις τας σιδηράς, τας πόρνας της Mασσαλίας, την ασωτία, την δυστυχία, τα ναυάγια, να τα σκεπάσει, να τα εξαγνίσει, να τα σαβανώσει, διά να μη παρασταθούν όλα γυμνά και τετραχηλισμένα, και ως εξ οργίων και φραγκικών χορών εξερχόμενα, εις το όμμα του Kριτού, του Παλαιού Ημερών, του Τρισαγίου.

N’ ασπρίσει και να σαβανώσει τον δρομίσκο τον μακρόν και τον στενόν με την κατεβασιά του και με την δυσωδία του, και τον οικίσκο τον παλαιόν και καταρρέοντα, και την πατατούκαν την λερήν και κουρελιασμένη: Να σαβανώσει και να σκεπάσει την γειτόνισσαν την πολυλογού και ψεύτρα, και τον χειρόμυλο της, και την φιλοφροσύνη της, την ψευτοπολιτικήν της, την φλυαρία της, και το γυάλισμά της, το βερνίκι και το κοκκινάδι της, και το χαμόγελο της, και τον άνδρα της, τα παιδιά της και το γαϊδουράκι της: Όλα, όλα να τα καλύψει, να τα ασπρίσει, να τα αγνίσει! Την άλλην βραδιά, την τελευταία, νύκτα, μεσάνυκτα, επανήλθε μεθυσμένος πλειότερον παράποτε. Δεν έστεκε πλέον εις τα πόδια του, δεν εκινείτο ουδ’ ανέπνεε πλέον. Xειμών βαρύς, οικία καταρρέουσα, καρδία ρημαγμένη. Mοναξία, ανία, κόσμος βαρύς, κακός, ανάλγητος. Yγεία κατεστραμμένη. Σώμα βασανισμένο, φθαρμένο, σωθικά λειωμένα.

Δεν ημπορούσε πλέον να ζήσει, να αισθανθεί, να χαρεί. Δεν ημπορούσε να εύρη παρηγοριά, να ζεσταθεί. Ήπιε διά να σταθεί, ήπιε διά να πατήσει, ήπιε διά να γλιστρήσει. Δεν επάτει πλέον ασφαλώς το έδαφος.Hύρε τον δρόμο, τον ανεγνώρισε. Eπιάσθη από το αγκωνάρι. Eκλονήθη. Ακούμπησε τις πλάτες, στύλωσε τα πόδια. Eμορμύρισε:

― Να είχαν οι φωτιές έρωτα!… Να είχαν οι θηλιές χιόνια…

Δεν ημπορούσε πλέον να σχηματίσει λογική πρόταση. Συνέχεε λέξεις και εννοίας. Πάλιν εκλονήθη. Eπιάσθη από τον παραστάτη μιας θύρας. Kατά λάθος άγγισε το ρόπτρο. Tο ρόπτρο ήχησε δυνατά.
― Ποιος είναι; Ήτο η θύρα της Πολυλογούς, της γειτόνισσας.

Ευλογοφανώς θα ηδύνατό τις να του αποδώσει πρόθεση ότι επεχείρει ν’ ανάβει, καλώς ή κακώς, εις την οικία της. Πώς όχι; Eπάνω εκινούντο φώτα και άνθρωποι. Ίσως εγίνοντο ετοιμασίαι. Xριστούγεννα, Άις-Bασίλης, Φώτα, παραμονή. Kαρδιά του χειμώνος.

― Ποιος είναι; είπε πάλιν η φωνή.Tο παράθυρο έτριξε. O μπάρμπα-Γιαννιός ήτο ακριβώς υπό τον εξώστη, αόρατος άνωθεν. Δεν είναι τίποτε. Tο παράθυρο εκλείσθη σπασμωδικώς. Mίαν στιγμήν ας αργοπορούσε!

O μπάρμπα-Γιαννιός εστηρίζετο όρθιος εις τον παραστάτη. Δοκίμασε να ειπεί το τραγούδι του, αλλ’ εις το πνεύμα του το υποβρύχιο, του ήρχοντο ως ναυάγια αι λέξεις:

«Γειτόνισσα πολυλογού, μακρύ-στενό σοκάκι!…»

Mόλις άρθρωσε τας λέξεις, και σχεδόν δεν ηκούσθησαν. Eχάθησαν εις τον βόμβο του ανέμου και εις τον στρόβιλο της χιόνος.

― Kαι εγώ σοκάκι είμαι,
εμορμύρισε… ζωντανό σοκάκι.

Eξεπιάσθη από την λαβή του. Eκλονήθη, εσαρρίσθη, έκλινε και έπεσε. Ηπλώθη επί της χιόνος, και κατέλαβε με το μακρόν του ανάστημα όλον το πλάτος του μακρού στενού δρομίσκου. Άπαξ δοκίμασε να σηκωθεί, και είτα εναρκώθη.

Εύρισκε φρικώδη ζέστη εις την χιόνα.«Είχαν οι φωτιές έρωτα!… Είχαν οι θηλιές χιόνια!»
Kαι το παράθυρο προ μιας στιγμής είχε κλεισθεί. Kαι αν μίαν μόνον στιγμήν ηργοπόρει, ο σύζυγος της Πολυλογούς θα έβλεπε τον άνθρωπον να πέση επί της χιόνος.Πλην δεν τον είδε ούτε αυτός ούτε κανείς άλλος.

K’ επάνω εις την χιόνα έπεσε χιών. Kαι η χιών εστοιβάχθη, εσωρεύθη δύο πιθαμές, εκορυφώθη. Kαι η χιών έγινε σινδών, σάβανο. Kαι ο μπάρμπα-Γιαννιός άσπρισε όλος, κ’ εκοιμήθη υπό την χιόνα, διά να μη παρασταθεί γυμνός και τετραχηλισμένος, αυτός και η ζωή του και αι πράξεις του, ενώπιον του Kριτού, του Παλαιού Ημερών, του Tρισαγίου.»
(Επιλογή: Παπαδοπούλου Δέσποινα 9/1/2017)

 

 

24 views

Στον « λογοτεχνικό» Ξενώνα της Βηθλεέμ

( ο τίτλος είναι από το ποίημα του Αγγελου Σικελιανού «Ο ξενώνας της Βηθλεέμ» από το «Πάσχα των Ελλήνων»)

 

Ποιήματα για τα Χριστούγεννα έχουν γράψει πολλοί ποιητές μας, ενδεικτικά αναφέρουμε: Κ. Παλαμάς, Κ. Βάρναλης, Κ. Χατζόπουλος, Γ. Δροσίνης, Κ. Κρυστάλλης, Τέλλος Αγρας, Τ. Κ. Παπατσώνης. Γ. Θέμελης, Ζ. Καρέλλη, Τ. Λειβαδίτης, Μ. Σαχτούρης, Ν. Βρεττάκος, Ελυτης, Ρίτσος κλπ. Ποιήματα άλλοτε δοξαστικά άλλοτε δραματικά, τα οποία μάλιστα,ειδικά στην περίπτωση του Παπατσώνη, του Λειβαδίτη και του Σαχτούρη δεν στοχεύουν τόσο στο να εκφράσουν το πνεύμα της γιορτής όσο στο να το αντιπαραθέσουν στη σκληρότητα και το δράμα της εποχής. Δεν ξεχνάμε βέβαια τον μεγάλο «Άγιο των ελληνικών γραμμάτων», τον κοσμοκαλόγερο, σκιαθίτη Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη με τα γνωστά χριστουγεννιάτικα διηγήματά του (τα Χριστούγεννα του τεμπέλη, το Χριστόψωμο, ο Χριστός στο Κάστρο κλπ.) που ξεχωρίζουν για την θρησκευτικότητα, την ποιητικότητά τους αλλά και τον ρεαλισμό τους, που πολλές φορές τον ξεχνάμε(θυμίζουν πως ο Παπαδιαμάντης βρίσκεται πιο κοντά στον Ντίκενς από όσο στον Ντοστογιέφσκι).Άλλα θαυμάσια διηγήματα έχουν γράψει κι άλλοιόπως: Αλ. Μωραιτίδης, Α. Καρκαβίτσας, Φ. Κόντογλου κλπ.Αναγώσματα νοσταλγικά, γλυκόπικρα για μια Ελλάδα που είναι που είναι κοντά μας αλλά και μακριά μας, που είναι χίμαιρα και πραγματικότητα, που είναι μεταλλαγμένη σήμερα άλλοτε προς το καλύτερο και άλλοτε προς το χειρότερο!

Ανυπέρβλητος βέβαια είναι ο Ρωμανός ο Μελωδός ( ο επονομαζόμενος Ελληνοσύριος μάγος) με το πασίγνωστο Κοντάκιο των Χριστουγέννων. Αδύνατον να μεταφραστεί σε οποιαδήποτε γλώσσα. Ακόμα και οι ενδογλωσσικές προσπάθειες υπολείπονται του πρωτότυπου στίχου και χάνουν σε δύναμη και γοητεία( απ’ αυτόν επηρεάστηκε ο Ελύτης στο         «Αξιον Εστί»).

Ο Άγιος Ρωμανός ο Μελωδός ή ο Υμνογράφος (Ῥωμανὸς ὁ Μελωδός), (στα λατινικά Romanus ή στα αγγλικά Roman), ήταν ένας από τους μεγαλύτερους υμνογράφους της Ελληνικής γλώσσας, ονομαζόμενος και «ο Πίνδαρος της ρυθμικής ποίησης».Άνθισε κατά τον 6ο αιώνα, ο οποίος θεωρείται ο «Χρυσός Αιώνας» της Βυζαντινής υμνογραφίας. (γέννηση:490 μ.Χ.,Χομς της Συρίας.Απεβίωσε: 556 μ.Χ. στην Κων/πολη.

Ο Ύμνος για την Γέννηση εξακολουθεί να θεωρείται το αριστούργημά του, και μέχρι τον 12ο αιώνα ψέλνονταν κάθε χρόνο στην αυτοκρατορική γιορτή για τα Χριστούγεννα από κοινή χορωδία της Αγίας Σοφίας και τωνΑγίων Αποστόλων στην Κωνσταντινούπολη. Τομεγαλύτερο μέρος του ποιήματος έχει τη μορφή διαλόγου μεταξύ της Παναγίας και τωνΜάγων, η επίσκεψη των οποίων στο νεογέννητο Χριστό εορταζόταν στο Βυζαντινό τυπικό στις 25 Δεκεμβρίου αντί στις 6 Ιανουαρίου, όπου η Δυτική Εκκλησία γιορτάζει την Προσκύνηση των Μάγων.

Τι συμβόλιζαν τα δώρα των 3 Μάγων –  Λιβάνι, Χρυσός, Σμύρνα

Τα δώρα που έφεραν οι σοφοί της ανατολής στο βασιλιά που είχε μόλις γεννηθεί ήταν χρυσός, λιβάνι και σμύρνα.

  • Ο Μελχιόρ έφερε τον χρυσό, που συμβόλιζε ότι το βρέφος θα γινόταν βασιλιάς.
  • Ο Γκασπάρ έφερε το λιβάνι, σύμβολο της θείας καταγωγής.
  • Ο Βαλτάσαρ έφερε τη σμύρνα, η οποία συμβόλιζε τον πρόωρο θάνατο του Ιησού.

(Ως αντάλλαγμα για τα δώρα, οι Μάγοι ζήτησαν ένα από τα σπάργανα του βρέφους, απόδειξη για όσους δε θα τους πίστευαν, το οποίο και τους έδωσε η ίδια η Παναγία)

ΕΟΡΤΙΟΝ

Ἦχος γ´. Αὐτόμελον. Ποίημα Ῥωμανοῦ τοῦ Μελῳδοῦ.

Προοίμιο

Ἡ Παρθένος σήμερον, τὸν ὑπερούσιον τίκτει,
καὶ ἡ γῆ τὸ Σπήλαιον, τῷ ἀπροσίτῳ προσάγει.
Ἄγγελοι μετὰ Ποιμένων δοξολογοῦσι.
Μάγοι δὲ μετὰ ἀστέρος ὁδοιποροῦσι.
Δι᾿ ἡμᾶς γὰρ ἐγεννήθη, Παιδίον νέον,
ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

(μεταγραφή στη νεοελληνική)

Ἡ Παναγία σήμερα στὸν κόσμο φέρνει ὡς ἄνθρωπο τὸν Ἄκτιστο Θεό,
καὶ ἡ γῆ τὸ Σπήλαιο στὸν Ἀπροσπέλαστο παρέχει.
ἄγγελοι μὲ τοὺς βοσκοὺς δοξολογοῦνε
καὶ μάγοι ἔρχονται στὸ δρόμο μὲ τ᾿ ἀστέρι.
ἀφοῦ πρὸς χάρι μας γεννήθηκε
Νέο Παιδί, ὁ Ἄχρονος Θεός.

Οἶκοι

α. Τὴν Ἐδὲμ Βηθλεὲμ * ἤνοιξε, δεῦτε ἴδωμεν·
τὴν τρυφὴν ἐν κρυφῇ * ηὕραμεν, δεῦτε λάβωμεν
τὰ τοῦ παραδείσου * ἐντὸς τοῦ σπηλαίου·
ἐκεῖ ἐφάνη * ῥίζα ἀπότιστος * βλαστάνουσα ἄφεσιν,
ἐκεῖ ηὑρέθη * φρέαρ ἀνόρυκτον,
οὗ πιεῖν Δαυὶδ * πρὶν ἐπεθύμησεν·
ἐκεῖ παρθένος * τεκοῦσα βρέφος
τὴν δίψαν ἔπαυσεν εὐθὺς * τὴν τοῦ Ἀδὰμ καὶ τοῦ Δαυίδ·
διὰ τοῦτο πρὸς τοῦτο * ἐπειχθῶμεν ποῦ ἐτέχθη
παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

 

α´. Ἡ Βηβλεὲμ ἄνοιξε τὸν Παράδεισο, ἐλᾶτε νὰ δοῦμε.
τὴν ἀπόλαυσι κρυμμένη βρήκαμε, ἐλᾶτε νὰ πάρουμε
τοῦ παραδείσου τὰ δῶρα μέσα στὸ Σπήλαιο.
ἐκεῖ ἐφανερώθηκε δέντρο Ὑπερφυσικὸ ποὺ προσφέρει ἄφεσι,
ἐκεῖ μέσα εὑρέθηκε πηγάδι ἀχειροποίητο,
ἀπ᾿ ὅπου ὁ Δαβὶδ παλιὰ ἐπιθύμησε νὰ πιῆ.
ἐκεῖ μέσα βρίσκεται Κόρη ποὺ ἐγέννησε Βρέφος
καὶ σταμάτησεν ἀμέσως τὴ δίψα τοῦ Ἀδὰμ καὶ τοῦ Δαβίδ.
γιὰ τοῦτο πρὸς τὸ Σπήλαιο ἂς τρέξουμε, ἐκεῖ ποὺ ἐγεννήθη
Νέο Παιδί, ὁ Ἄχρονος Θεός.

 

β. Ὁ πατὴρ τῆς μητρὸς * γνώμῃ υἱὸς ἐγένετο,
ὁ σωτὴρ τῶν βρεφῶν * βρέφος ἐν φάτνῃ ἔκειτο·
ὃν κατανοοῦσα * φησὶν ἡ τεκοῦσα·
«Εἰπέ μοι, τέκνον, * πῶς ἐνεσπάρης μοι * ἢ πῶς ἐνεφύης μοι·
ὁρῶ σε, σπλάγχνον, * καὶ καταπλήττομαι,
ὅτι γαλουχῶ * καὶ οὐ νενύμφευμαι·
καὶ σὲ μὲν βλέπω * μετὰ σπαργάνων,
τὴν παρθενίαν δὲ ἀκμὴν * ἐσφραγισμένην θεωρῶ·
σὺ γὰρ ταύτην φυλάξας * ἐγεννήθης εὐδοκήσας
παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

 

β´. Ὁ Δημιουργός της μητέρας Γιός της θέλησε κι ἔγινε.
ὁ προστάτης τῶν βρεφῶν Βρέφος στὴ φάτνη πλαγίαζε.
καὶ προσπαθώντας νὰ τὸν καταλάβη Τοῦ ᾿λεγεν ἡ Μητέρα Του:
«Πές μου, παιδί μου, πῶς μέσα μου ἦρθες;
Σὲ κοιτάζω, Σπλάχνο μου, καὶ μένω κατάπληκτη,
γιατὶ Σὲ θηλάζω καὶ γάμο δὲν ἔκανα.
κι ἐνῶ Σὲ βλέπω σπαργανωμένο
τὴν παρθενίαν μου ἀκόμα ἀπείραχτην θωρῶ.
γιατὶ Ἐσὺ τὴν ἐφύλαξες ποὺ διάλεξες κι ἔγινες
Νέο Παιδί, ὁ Ἄχρονος Θεός.

(Ἀπὸ τὸ βιβλίο: Ῥωμανοῦ Μελωδοῦ «Ὕμνοι», ἀπόδοση στὰ νέα ἑλληνικά, Ἀρχιμανδρίτου Ἀνανία Κουστένη, Τόμος Πρῶτος, β´ ἔκδοση, Ἐκδόσεις Χ. Μπούρα.)

Ο Άγιος των γραμμάτων μας, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης(1851-1911),έγραφε στην Εφημερίδα της 25ης Δεκεμβρίου του 1887: «Εὰν τὸ Πάσχα είναι ἡ λαμπροτάτη του Χριστιανισμού εορτή, τὰ Χριστούγεννα βεβαίως είναι η συγκινητικωτάτη».

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης «η κορυφή των κορυφών» κατά τον Κ. Π. Καβάφη.

 «Στο Χριστό στο Κάστρο»

Με χρόνους με καιρούς και ήμισυ καιρού, κάποιος αμαθής, αμαρτωλός χυδαίος, καμμία γυναίκα του λαού πτωχή σ’ ενθυμείται κι έρχεται να σου φέρ’ όχι χρυσόν, αλλά ολίγο λιβάνι, ένα κερί, κι ολίγο λάδι στην μποτίλια σ’ εσέ που είσαι όλων ο δοτήρ.

 

Αγγελος Σικελιανός.Ηταν ένας από τους μείζονες Έλληνες ποιητές. Το έργο του διακρίνεται από έντονο λυρισμό και ιδιαίτερο γλωσσικό πλούτο. (1884-1951)

«Η Γέννηση» (1919;) από το Πάσχα των Ελλήνων. Μέσα σε μία καυτή σαν χιόνι λυρική αύρα οι στίχοι του περιγράφουν την πορεία της Θεοτόκου προς το Σπήλαιο:

Απ όλα Εκείνη λόγιαζε τα πλάσματα πώς σ Ένα

ποτάμια οι πόνοι ετρέχανε κι αστέρευτοι κρουνοί,

κι αν ήτανε τα σπλάγχνα της ν ανοίξουν ματωμένα

πώς ματωμένοι θ άνοιγαν μαζί τους κι οι ουρανοί.

 

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ,Ο Αναστάσιος-Παντελεήμων Λειβαδίτης ήταν σημαντικός Έλληνας ποιητής. Γεννήθηκε και πέθανε στην Αθήνα, έχοντας καταγωγή από την Κοντοβάζαινα. Αρκαδίας (1922-1988)

“ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ” ( γραμμενο στη Μακρόνησο το 1950)

……….Κοιτάμε με την άκρη του ματιού το σκοπό που μπαίνει
μ’ ένα φύσημα παγωμένου αέρα. Το σαγώνι του
θα τρέμει πίσω απ’ το χακί κασκόλ.

Σηκώνεις το γιακά της χλαίνης σου. Χιονίζει.
Μια πλάκα φωνογράφου στο Διοικητήριο. Πιο μακριά
η σιωπή. Καλή νύχτα, καλά Χριστούγεννα.
Συλλογιέσαι τ’ άστρα πίσω απ’ την καταχνιά
σκέφτεσαι πως αύριο μπορεί να σε σκοτώσουν.
Μα απόψε αυτή η φωνή είναι μια τσέπη μάλλινη
χώσε τα χέρια σου.
– Καληνύχτα, Θωμά, καλά Χριστούγεννα.

Κ’ η καρδιά σου φωτίζεται σαν χριστουγεννιάτικο τζάμι.

                                                                          Μακρόνησος 1950

Τάσος Λειβαδίτης, ενότητα ποιημάτων  «Ὁ ἀδελφὸς Ἰησοῦς».

 Τίτλος  «Ἡ Γέννηση» (1983):

Η λυτρωτική διαμεσολάβηση της τέχνης, της ποίησης και των λέξεων του δημιουργού, συχνά εμφανίζονται στην ελληνική λογοτεχνία και με τρόπο θρησκευτικά εκστατικό:

«Ἕνα ἄλλο βράδυ τὸν ἄκουσα νὰ κλαίει δίπλα. Χτύπησα τὴν πόρτα καὶ μπῆκα.

« Μοῦ ῾δειξε πάνω στὸ κομοδίνο ἕνα μικρὸ ξύλινο σταυρό.

 «Εἶδες – μου λέει – γεννήθηκε ἡ εὐσπλαγχνία». Ἔσκυψα τότε τὸ κεφάλι κι ἔκλαψα κι ἐγώ.

Γιατί θὰ περνοῦσαν αἰῶνες καὶ αἰῶνες καὶ δὲ θά ῾χαμε νὰ ποῦμε τίποτα ὡραιότερο ἀπ᾿ αὐτό.»

 

Ο Μίλτος Σαχτούρης ήταν ένας από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς Έλληνες ποιητές τιμημένος με τρία κρατικά βραβεία.(1919-2005)

(συνδέει αγχωτικά τη Γέννηση με τα γεγονότα του Εμφυλίου )

“ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 1948” (1952)

Σημαία
ακόμη
τα δίκανα στημένα στους δρόμους
τα μαγικά σύρματα
τα σταυρωτά
και τα σπίρτα καμένα
και πέφτει η οβίδα στη φάτνη
του μικρού Χριστού
το αίμα το αίμα το αίμα
(εφιαλτικές γυναίκες
με τρυφερά κέρινα
χέρια
απεγνωσμένα
βόσκουν
στην παγωνιά
καταραμένα πρόβατα
με το σταυρό
στα χέρια
και το τουφέκι της πρωτοχρονιάς
το τόπι
ο σιδηρόδρομος της λησμονιάς
το τόπι του θανάτου)

ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ, (1901-1998) ήταν Ελληνίδα ποιήτρια και θεατρική συγγραφέας, δοκιμιογράφος και μεταφράστρια. γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Αδελφός της ήταν ο Νίκος-Γαβριήλ Πεντζίκης.

“ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ” (1955)

(εμπνευσμένο από το ομώνυμο ποίημα του Τ.S.Eliot)

Έπρεπε νάμαστε τρεις.
Αν δεν ήταν τόσο σκοτάδι,
θα καταλάβαινα ίσως, γιατί
έχω μείνει τόσο μονάχος.

Πόσο έχω ξεχάσει.
Πρέπει απ’ αρχής πάλι το ταξίδι
ν’ αρχίσει.
Πότε ξεκινήσαμε, τότε, οι τρεις;
Ή μήπως, κάποτε, είχαμε ανταμώσει…
Μαζύ πορευτήκαμε ένα διάστημα,
όσο μας οδηγούσε άστρο λαμπρό.
Αυτό άλλαξε την οδό ή εγώ
τίποτα πια να δω δεν μπορώ;
Πού βρίσκομαι τώρα, σε τέτοιον καιρό,
σκληρό, ανένδοτο, δύσκολο,
εγώ, ανήσυχος, βιαστικός.
Μήπως κι’ η ώρα πλησίασε;
Πού να το ξέρω!

Πού είναι τα δώρα;
είχαμε τότε τοιμάσει δώρα
ήμερα, ήσυχα
δώρα ημών των ταπεινών, χρυσόν
λίβανον και σμύρναν άλλοτε
με θαυμασμό κι’ ευλάβεια τού φέρναμε.

Τώρα σ’ αυτόν τον καιρό
σίδερο, κεραυνό και φωτιά.

Ήμασταν τρεις,
τώρα κανέναν άλλον δε βλέπω
κι’ αισθάνομαι τα χέρια μου
πότε άδεια, πότε βαριά.
Βασιλείς τότε προς τον βασιλέα
του κόσμου, τώρα κανείς
δε βασιλεύει με βεβαιότητα.
Σκοτάδι βαρύ. Ποιος μ’ οδηγεί;
Δίχως συντροφιά,
δίχως άστρο κανένα πηγαίνω.
Μόνη προσφορά, η μεγάλη που γνωρίζω,
συμφορά της στέρησής Του.
Τι να προσφέρω σημάδι ευλάβειας
κι’ υποταγής; Εμείς, άνθρωποι
της παράφορης τούτης εποχής,
τι μπορούμε, δικό μας, ευτυχείς
να Του δώσουμε; Είναι ανάγκη
να βρούμε την προσφορά.
Τίποτα δεν προσφέρει της ψυχής μας
ο τόσος αγώνας.
Χρυσόν, λίβανον και σμύρναν
άλλοτε, δώρα απλά.
Μας παιδεύει η ασυμπλήρωτη προσφορά.
Τώρα που πορεύομαι στο σκοτάδι,
χωρίς τη χαρά των δώρων, μονάχος,
δεν έχω παρά τον εαυτό μου να δώσω.

Εν συντριβή βαδίζοντα.

 

Κώστας Βάρναλης, λογοτέχνης, ποιητής και δημοσιογράφος. Έγραψε ποιήματα, αφηγηματικά έργα, κριτική και μεταφράσεις. (1884-1974)

«Οι πόνοι της Παναγιάς»

………. Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί; Σε ποιό νησί του Ωκεανού, σε ποιάν κορφή ερημική; Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ’ άδικο φωνάξεις. Ξέρω, πως θα ’χεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή, που μες στα βρόχια της οργής ταχιά θε να σπαράξεις. ……………………………………………………………………………… Όχου, μου μπήγεις στην καρδιά, χίλια μαχαίρια και σπαθιά. Στη γλώσσα μου ξεραίνεται το σάλιο, σαν πικρή αψιθιά! —Ω! πώς βελάζεις ήσυχα, κοπάδι εσύ βουνίσο…— Βοηθάτε, ουράνιες δύναμες, κι ανοίχτε μου την πιο βαθιά την άβυσσο, μακριά απ’ τους λύκους να κρυφογεννήσω!

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος ήταν Έλληνας ποιητής, πεζογράφος, μεταφραστής και δοκιμιογράφος. Θεωρείται ένας από του μεγαλύτερους Έλληνες ποιητές.(1912-1991)

«Το παιδί με τη σάλπιγγα»

 Αν μπορούσες να ακουστείς θα σου έδινα την ψυχή μου να την πας ως την άκρη του κόσμου. Να την κάνεις περιπατητικό αστέρι ή ξύλα αναμμένα για τα Χριστούγεννα – στο τζάκι του νέγρου ή του Έλληνα χωρικού. Να την κάνεις ανθισμένη μηλιά στα παράθυρα των φυλακισμένων. Εγώ μπορεί και να μην υπάρχω ως αύριο. Αν μπορούσες να ακουστείς θα σου έδινα την ψυχή μου να την κάνεις τις νύχτες ορατές νότες, έγχρωμες, στον αέρα του κόσμου. Να την κάνεις αγάπη.

 

  • Μιχάλης Γκανάς, ποιητής και στιχουργός. Γεννήθηκε στον Τσαμαντά Θεσπρωτίας το 1944 και έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών:

Χριστουγεννιάτικη ιστορία( απόσπασμα)

 

Κάθεται μόνος και καθαρίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι. Κανείς δε θά ’ρθει και το ξέρει, κλείσαν οι δρόμοι από το χιόνι, σαν πέρυσι, σαν πρόπερσι, Χριστούγεννα και πάλι και τα ποτά κρυώνουν στο ντουλάπι. Το τσίπουρο στυφό, το ούζο γάλα και το κρασί ραγίζει τα μπουκάλια. Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη.

Κάθεται μόνος του δίπλα στο τζάκι, δεν πίνει, δεν καπνίζει, δε μιλάει. Στην τηλεόραση χιονίζει, το στρώνει αργά στο πάτωμα και στο τραπέζι και στις παλιές φωτογραφίες, γνώριμα μάτια των νεκρών, που τον κοιτάζουν απ’ το μέλλον. Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη και μόνο το δικό της βλέμμα έρχεται από τα περασμένα. Κοντεύουνε μεσάνυχτα και καθαρίζει τ’ όπλο του απ’ το πρωί. Πώς να του πω «Καλά Χριστούγεννα», ευχές δε φθάνουν ως εδώ, δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα, η σκέψη αρπάζεται απ’ το κλαδί της μνήμης, μα να τρυπώσει δεν μπορεί στη μοναξιά του.

Μια μοναξιά που χτίστηκε σιγά σιγά μ’ όλα τα υλικά και δίχως λόγια. …………………………………………. Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά πάρε κι εμάς μαζί σου, με τους ανήλικους γονείς, παιδάκια των παιδιών μας. Σε στρωματσάδα ρίξε μας μια νύχτα του χειμώνα, πίσω απ’ τα ματοτσίνορα ν’ ακούμε τους μεγάλους, να βήχουν, να σωπαίνουνε, να βλαστημούν το χιόνι. Κι εμείς να τους λυπόμαστε που γίνανε μεγάλοι και να βιαζόμαστε πολύ να μοιάσουμε σ’ εκείνους, να δουν πως μεγαλώσαμε να παρηγορηθούνε.

Καλά Χριστούγεννα!

 

Παπαδοπούλου Δέσποινα  23/12/2016

12 views

«ΚΟΚΚΙΝΟ ΒΕΛΟΥΔΟ»

Η πρώτη παράσταση της χρονιάς έρχεται από τη Λαϊκή Σκηνή του Μ.Ε.Α,Σ. Λήμνος.
Μια πολύχρωμη κωμωδία, που μπορείτε να απολαύσετε στο Κινηματοθέατρο Μαρούλα, την Τετάρτη 3 και την Πέμπτη 4 Μαρτίου στις 8:00 το βράδυ.
Η προπώληση εισιτηρίων σε χαμηλότερη τιμή, ξεκίνησε στο Βιβλιοπωλείο Κύβος και στο κατάστημα εσωρούχων Μαργαρίτα.

6 views