Στον « λογοτεχνικό» Ξενώνα της Βηθλεέμ

( ο τίτλος είναι από το ποίημα του Αγγελου Σικελιανού «Ο ξενώνας της Βηθλεέμ» από το «Πάσχα των Ελλήνων»)

 

Ποιήματα για τα Χριστούγεννα έχουν γράψει πολλοί ποιητές μας, ενδεικτικά αναφέρουμε: Κ. Παλαμάς, Κ. Βάρναλης, Κ. Χατζόπουλος, Γ. Δροσίνης, Κ. Κρυστάλλης, Τέλλος Αγρας, Τ. Κ. Παπατσώνης. Γ. Θέμελης, Ζ. Καρέλλη, Τ. Λειβαδίτης, Μ. Σαχτούρης, Ν. Βρεττάκος, Ελυτης, Ρίτσος κλπ. Ποιήματα άλλοτε δοξαστικά άλλοτε δραματικά, τα οποία μάλιστα,ειδικά στην περίπτωση του Παπατσώνη, του Λειβαδίτη και του Σαχτούρη δεν στοχεύουν τόσο στο να εκφράσουν το πνεύμα της γιορτής όσο στο να το αντιπαραθέσουν στη σκληρότητα και το δράμα της εποχής. Δεν ξεχνάμε βέβαια τον μεγάλο «Άγιο των ελληνικών γραμμάτων», τον κοσμοκαλόγερο, σκιαθίτη Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη με τα γνωστά χριστουγεννιάτικα διηγήματά του (τα Χριστούγεννα του τεμπέλη, το Χριστόψωμο, ο Χριστός στο Κάστρο κλπ.) που ξεχωρίζουν για την θρησκευτικότητα, την ποιητικότητά τους αλλά και τον ρεαλισμό τους, που πολλές φορές τον ξεχνάμε(θυμίζουν πως ο Παπαδιαμάντης βρίσκεται πιο κοντά στον Ντίκενς από όσο στον Ντοστογιέφσκι).Άλλα θαυμάσια διηγήματα έχουν γράψει κι άλλοιόπως: Αλ. Μωραιτίδης, Α. Καρκαβίτσας, Φ. Κόντογλου κλπ.Αναγώσματα νοσταλγικά, γλυκόπικρα για μια Ελλάδα που είναι που είναι κοντά μας αλλά και μακριά μας, που είναι χίμαιρα και πραγματικότητα, που είναι μεταλλαγμένη σήμερα άλλοτε προς το καλύτερο και άλλοτε προς το χειρότερο!

Ανυπέρβλητος βέβαια είναι ο Ρωμανός ο Μελωδός ( ο επονομαζόμενος Ελληνοσύριος μάγος) με το πασίγνωστο Κοντάκιο των Χριστουγέννων. Αδύνατον να μεταφραστεί σε οποιαδήποτε γλώσσα. Ακόμα και οι ενδογλωσσικές προσπάθειες υπολείπονται του πρωτότυπου στίχου και χάνουν σε δύναμη και γοητεία( απ’ αυτόν επηρεάστηκε ο Ελύτης στο         «Αξιον Εστί»).

Ο Άγιος Ρωμανός ο Μελωδός ή ο Υμνογράφος (Ῥωμανὸς ὁ Μελωδός), (στα λατινικά Romanus ή στα αγγλικά Roman), ήταν ένας από τους μεγαλύτερους υμνογράφους της Ελληνικής γλώσσας, ονομαζόμενος και «ο Πίνδαρος της ρυθμικής ποίησης».Άνθισε κατά τον 6ο αιώνα, ο οποίος θεωρείται ο «Χρυσός Αιώνας» της Βυζαντινής υμνογραφίας. (γέννηση:490 μ.Χ.,Χομς της Συρίας.Απεβίωσε: 556 μ.Χ. στην Κων/πολη.

Ο Ύμνος για την Γέννηση εξακολουθεί να θεωρείται το αριστούργημά του, και μέχρι τον 12ο αιώνα ψέλνονταν κάθε χρόνο στην αυτοκρατορική γιορτή για τα Χριστούγεννα από κοινή χορωδία της Αγίας Σοφίας και τωνΑγίων Αποστόλων στην Κωνσταντινούπολη. Τομεγαλύτερο μέρος του ποιήματος έχει τη μορφή διαλόγου μεταξύ της Παναγίας και τωνΜάγων, η επίσκεψη των οποίων στο νεογέννητο Χριστό εορταζόταν στο Βυζαντινό τυπικό στις 25 Δεκεμβρίου αντί στις 6 Ιανουαρίου, όπου η Δυτική Εκκλησία γιορτάζει την Προσκύνηση των Μάγων.

Τι συμβόλιζαν τα δώρα των 3 Μάγων –  Λιβάνι, Χρυσός, Σμύρνα

Τα δώρα που έφεραν οι σοφοί της ανατολής στο βασιλιά που είχε μόλις γεννηθεί ήταν χρυσός, λιβάνι και σμύρνα.

  • Ο Μελχιόρ έφερε τον χρυσό, που συμβόλιζε ότι το βρέφος θα γινόταν βασιλιάς.
  • Ο Γκασπάρ έφερε το λιβάνι, σύμβολο της θείας καταγωγής.
  • Ο Βαλτάσαρ έφερε τη σμύρνα, η οποία συμβόλιζε τον πρόωρο θάνατο του Ιησού.

(Ως αντάλλαγμα για τα δώρα, οι Μάγοι ζήτησαν ένα από τα σπάργανα του βρέφους, απόδειξη για όσους δε θα τους πίστευαν, το οποίο και τους έδωσε η ίδια η Παναγία)

ΕΟΡΤΙΟΝ

Ἦχος γ´. Αὐτόμελον. Ποίημα Ῥωμανοῦ τοῦ Μελῳδοῦ.

Προοίμιο

Ἡ Παρθένος σήμερον, τὸν ὑπερούσιον τίκτει,
καὶ ἡ γῆ τὸ Σπήλαιον, τῷ ἀπροσίτῳ προσάγει.
Ἄγγελοι μετὰ Ποιμένων δοξολογοῦσι.
Μάγοι δὲ μετὰ ἀστέρος ὁδοιποροῦσι.
Δι᾿ ἡμᾶς γὰρ ἐγεννήθη, Παιδίον νέον,
ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

(μεταγραφή στη νεοελληνική)

Ἡ Παναγία σήμερα στὸν κόσμο φέρνει ὡς ἄνθρωπο τὸν Ἄκτιστο Θεό,
καὶ ἡ γῆ τὸ Σπήλαιο στὸν Ἀπροσπέλαστο παρέχει.
ἄγγελοι μὲ τοὺς βοσκοὺς δοξολογοῦνε
καὶ μάγοι ἔρχονται στὸ δρόμο μὲ τ᾿ ἀστέρι.
ἀφοῦ πρὸς χάρι μας γεννήθηκε
Νέο Παιδί, ὁ Ἄχρονος Θεός.

Οἶκοι

α. Τὴν Ἐδὲμ Βηθλεὲμ * ἤνοιξε, δεῦτε ἴδωμεν·
τὴν τρυφὴν ἐν κρυφῇ * ηὕραμεν, δεῦτε λάβωμεν
τὰ τοῦ παραδείσου * ἐντὸς τοῦ σπηλαίου·
ἐκεῖ ἐφάνη * ῥίζα ἀπότιστος * βλαστάνουσα ἄφεσιν,
ἐκεῖ ηὑρέθη * φρέαρ ἀνόρυκτον,
οὗ πιεῖν Δαυὶδ * πρὶν ἐπεθύμησεν·
ἐκεῖ παρθένος * τεκοῦσα βρέφος
τὴν δίψαν ἔπαυσεν εὐθὺς * τὴν τοῦ Ἀδὰμ καὶ τοῦ Δαυίδ·
διὰ τοῦτο πρὸς τοῦτο * ἐπειχθῶμεν ποῦ ἐτέχθη
παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

 

α´. Ἡ Βηβλεὲμ ἄνοιξε τὸν Παράδεισο, ἐλᾶτε νὰ δοῦμε.
τὴν ἀπόλαυσι κρυμμένη βρήκαμε, ἐλᾶτε νὰ πάρουμε
τοῦ παραδείσου τὰ δῶρα μέσα στὸ Σπήλαιο.
ἐκεῖ ἐφανερώθηκε δέντρο Ὑπερφυσικὸ ποὺ προσφέρει ἄφεσι,
ἐκεῖ μέσα εὑρέθηκε πηγάδι ἀχειροποίητο,
ἀπ᾿ ὅπου ὁ Δαβὶδ παλιὰ ἐπιθύμησε νὰ πιῆ.
ἐκεῖ μέσα βρίσκεται Κόρη ποὺ ἐγέννησε Βρέφος
καὶ σταμάτησεν ἀμέσως τὴ δίψα τοῦ Ἀδὰμ καὶ τοῦ Δαβίδ.
γιὰ τοῦτο πρὸς τὸ Σπήλαιο ἂς τρέξουμε, ἐκεῖ ποὺ ἐγεννήθη
Νέο Παιδί, ὁ Ἄχρονος Θεός.

 

β. Ὁ πατὴρ τῆς μητρὸς * γνώμῃ υἱὸς ἐγένετο,
ὁ σωτὴρ τῶν βρεφῶν * βρέφος ἐν φάτνῃ ἔκειτο·
ὃν κατανοοῦσα * φησὶν ἡ τεκοῦσα·
«Εἰπέ μοι, τέκνον, * πῶς ἐνεσπάρης μοι * ἢ πῶς ἐνεφύης μοι·
ὁρῶ σε, σπλάγχνον, * καὶ καταπλήττομαι,
ὅτι γαλουχῶ * καὶ οὐ νενύμφευμαι·
καὶ σὲ μὲν βλέπω * μετὰ σπαργάνων,
τὴν παρθενίαν δὲ ἀκμὴν * ἐσφραγισμένην θεωρῶ·
σὺ γὰρ ταύτην φυλάξας * ἐγεννήθης εὐδοκήσας
παιδίον νέον, * ὁ πρὸ αἰώνων Θεός.

 

β´. Ὁ Δημιουργός της μητέρας Γιός της θέλησε κι ἔγινε.
ὁ προστάτης τῶν βρεφῶν Βρέφος στὴ φάτνη πλαγίαζε.
καὶ προσπαθώντας νὰ τὸν καταλάβη Τοῦ ᾿λεγεν ἡ Μητέρα Του:
«Πές μου, παιδί μου, πῶς μέσα μου ἦρθες;
Σὲ κοιτάζω, Σπλάχνο μου, καὶ μένω κατάπληκτη,
γιατὶ Σὲ θηλάζω καὶ γάμο δὲν ἔκανα.
κι ἐνῶ Σὲ βλέπω σπαργανωμένο
τὴν παρθενίαν μου ἀκόμα ἀπείραχτην θωρῶ.
γιατὶ Ἐσὺ τὴν ἐφύλαξες ποὺ διάλεξες κι ἔγινες
Νέο Παιδί, ὁ Ἄχρονος Θεός.

(Ἀπὸ τὸ βιβλίο: Ῥωμανοῦ Μελωδοῦ «Ὕμνοι», ἀπόδοση στὰ νέα ἑλληνικά, Ἀρχιμανδρίτου Ἀνανία Κουστένη, Τόμος Πρῶτος, β´ ἔκδοση, Ἐκδόσεις Χ. Μπούρα.)

Ο Άγιος των γραμμάτων μας, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης(1851-1911),έγραφε στην Εφημερίδα της 25ης Δεκεμβρίου του 1887: «Εὰν τὸ Πάσχα είναι ἡ λαμπροτάτη του Χριστιανισμού εορτή, τὰ Χριστούγεννα βεβαίως είναι η συγκινητικωτάτη».

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης «η κορυφή των κορυφών» κατά τον Κ. Π. Καβάφη.

 «Στο Χριστό στο Κάστρο»

Με χρόνους με καιρούς και ήμισυ καιρού, κάποιος αμαθής, αμαρτωλός χυδαίος, καμμία γυναίκα του λαού πτωχή σ’ ενθυμείται κι έρχεται να σου φέρ’ όχι χρυσόν, αλλά ολίγο λιβάνι, ένα κερί, κι ολίγο λάδι στην μποτίλια σ’ εσέ που είσαι όλων ο δοτήρ.

 

Αγγελος Σικελιανός.Ηταν ένας από τους μείζονες Έλληνες ποιητές. Το έργο του διακρίνεται από έντονο λυρισμό και ιδιαίτερο γλωσσικό πλούτο. (1884-1951)

«Η Γέννηση» (1919;) από το Πάσχα των Ελλήνων. Μέσα σε μία καυτή σαν χιόνι λυρική αύρα οι στίχοι του περιγράφουν την πορεία της Θεοτόκου προς το Σπήλαιο:

Απ όλα Εκείνη λόγιαζε τα πλάσματα πώς σ Ένα

ποτάμια οι πόνοι ετρέχανε κι αστέρευτοι κρουνοί,

κι αν ήτανε τα σπλάγχνα της ν ανοίξουν ματωμένα

πώς ματωμένοι θ άνοιγαν μαζί τους κι οι ουρανοί.

 

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ,Ο Αναστάσιος-Παντελεήμων Λειβαδίτης ήταν σημαντικός Έλληνας ποιητής. Γεννήθηκε και πέθανε στην Αθήνα, έχοντας καταγωγή από την Κοντοβάζαινα. Αρκαδίας (1922-1988)

“ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ” ( γραμμενο στη Μακρόνησο το 1950)

……….Κοιτάμε με την άκρη του ματιού το σκοπό που μπαίνει
μ’ ένα φύσημα παγωμένου αέρα. Το σαγώνι του
θα τρέμει πίσω απ’ το χακί κασκόλ.

Σηκώνεις το γιακά της χλαίνης σου. Χιονίζει.
Μια πλάκα φωνογράφου στο Διοικητήριο. Πιο μακριά
η σιωπή. Καλή νύχτα, καλά Χριστούγεννα.
Συλλογιέσαι τ’ άστρα πίσω απ’ την καταχνιά
σκέφτεσαι πως αύριο μπορεί να σε σκοτώσουν.
Μα απόψε αυτή η φωνή είναι μια τσέπη μάλλινη
χώσε τα χέρια σου.
– Καληνύχτα, Θωμά, καλά Χριστούγεννα.

Κ’ η καρδιά σου φωτίζεται σαν χριστουγεννιάτικο τζάμι.

                                                                          Μακρόνησος 1950

Τάσος Λειβαδίτης, ενότητα ποιημάτων  «Ὁ ἀδελφὸς Ἰησοῦς».

 Τίτλος  «Ἡ Γέννηση» (1983):

Η λυτρωτική διαμεσολάβηση της τέχνης, της ποίησης και των λέξεων του δημιουργού, συχνά εμφανίζονται στην ελληνική λογοτεχνία και με τρόπο θρησκευτικά εκστατικό:

«Ἕνα ἄλλο βράδυ τὸν ἄκουσα νὰ κλαίει δίπλα. Χτύπησα τὴν πόρτα καὶ μπῆκα.

« Μοῦ ῾δειξε πάνω στὸ κομοδίνο ἕνα μικρὸ ξύλινο σταυρό.

 «Εἶδες – μου λέει – γεννήθηκε ἡ εὐσπλαγχνία». Ἔσκυψα τότε τὸ κεφάλι κι ἔκλαψα κι ἐγώ.

Γιατί θὰ περνοῦσαν αἰῶνες καὶ αἰῶνες καὶ δὲ θά ῾χαμε νὰ ποῦμε τίποτα ὡραιότερο ἀπ᾿ αὐτό.»

 

Ο Μίλτος Σαχτούρης ήταν ένας από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς Έλληνες ποιητές τιμημένος με τρία κρατικά βραβεία.(1919-2005)

(συνδέει αγχωτικά τη Γέννηση με τα γεγονότα του Εμφυλίου )

“ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 1948” (1952)

Σημαία
ακόμη
τα δίκανα στημένα στους δρόμους
τα μαγικά σύρματα
τα σταυρωτά
και τα σπίρτα καμένα
και πέφτει η οβίδα στη φάτνη
του μικρού Χριστού
το αίμα το αίμα το αίμα
(εφιαλτικές γυναίκες
με τρυφερά κέρινα
χέρια
απεγνωσμένα
βόσκουν
στην παγωνιά
καταραμένα πρόβατα
με το σταυρό
στα χέρια
και το τουφέκι της πρωτοχρονιάς
το τόπι
ο σιδηρόδρομος της λησμονιάς
το τόπι του θανάτου)

ΖΩΗ ΚΑΡΕΛΛΗ, (1901-1998) ήταν Ελληνίδα ποιήτρια και θεατρική συγγραφέας, δοκιμιογράφος και μεταφράστρια. γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Αδελφός της ήταν ο Νίκος-Γαβριήλ Πεντζίκης.

“ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ” (1955)

(εμπνευσμένο από το ομώνυμο ποίημα του Τ.S.Eliot)

Έπρεπε νάμαστε τρεις.
Αν δεν ήταν τόσο σκοτάδι,
θα καταλάβαινα ίσως, γιατί
έχω μείνει τόσο μονάχος.

Πόσο έχω ξεχάσει.
Πρέπει απ’ αρχής πάλι το ταξίδι
ν’ αρχίσει.
Πότε ξεκινήσαμε, τότε, οι τρεις;
Ή μήπως, κάποτε, είχαμε ανταμώσει…
Μαζύ πορευτήκαμε ένα διάστημα,
όσο μας οδηγούσε άστρο λαμπρό.
Αυτό άλλαξε την οδό ή εγώ
τίποτα πια να δω δεν μπορώ;
Πού βρίσκομαι τώρα, σε τέτοιον καιρό,
σκληρό, ανένδοτο, δύσκολο,
εγώ, ανήσυχος, βιαστικός.
Μήπως κι’ η ώρα πλησίασε;
Πού να το ξέρω!

Πού είναι τα δώρα;
είχαμε τότε τοιμάσει δώρα
ήμερα, ήσυχα
δώρα ημών των ταπεινών, χρυσόν
λίβανον και σμύρναν άλλοτε
με θαυμασμό κι’ ευλάβεια τού φέρναμε.

Τώρα σ’ αυτόν τον καιρό
σίδερο, κεραυνό και φωτιά.

Ήμασταν τρεις,
τώρα κανέναν άλλον δε βλέπω
κι’ αισθάνομαι τα χέρια μου
πότε άδεια, πότε βαριά.
Βασιλείς τότε προς τον βασιλέα
του κόσμου, τώρα κανείς
δε βασιλεύει με βεβαιότητα.
Σκοτάδι βαρύ. Ποιος μ’ οδηγεί;
Δίχως συντροφιά,
δίχως άστρο κανένα πηγαίνω.
Μόνη προσφορά, η μεγάλη που γνωρίζω,
συμφορά της στέρησής Του.
Τι να προσφέρω σημάδι ευλάβειας
κι’ υποταγής; Εμείς, άνθρωποι
της παράφορης τούτης εποχής,
τι μπορούμε, δικό μας, ευτυχείς
να Του δώσουμε; Είναι ανάγκη
να βρούμε την προσφορά.
Τίποτα δεν προσφέρει της ψυχής μας
ο τόσος αγώνας.
Χρυσόν, λίβανον και σμύρναν
άλλοτε, δώρα απλά.
Μας παιδεύει η ασυμπλήρωτη προσφορά.
Τώρα που πορεύομαι στο σκοτάδι,
χωρίς τη χαρά των δώρων, μονάχος,
δεν έχω παρά τον εαυτό μου να δώσω.

Εν συντριβή βαδίζοντα.

 

Κώστας Βάρναλης, λογοτέχνης, ποιητής και δημοσιογράφος. Έγραψε ποιήματα, αφηγηματικά έργα, κριτική και μεταφράσεις. (1884-1974)

«Οι πόνοι της Παναγιάς»

………. Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί; Σε ποιό νησί του Ωκεανού, σε ποιάν κορφή ερημική; Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ’ άδικο φωνάξεις. Ξέρω, πως θα ’χεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή, που μες στα βρόχια της οργής ταχιά θε να σπαράξεις. ……………………………………………………………………………… Όχου, μου μπήγεις στην καρδιά, χίλια μαχαίρια και σπαθιά. Στη γλώσσα μου ξεραίνεται το σάλιο, σαν πικρή αψιθιά! —Ω! πώς βελάζεις ήσυχα, κοπάδι εσύ βουνίσο…— Βοηθάτε, ουράνιες δύναμες, κι ανοίχτε μου την πιο βαθιά την άβυσσο, μακριά απ’ τους λύκους να κρυφογεννήσω!

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος ήταν Έλληνας ποιητής, πεζογράφος, μεταφραστής και δοκιμιογράφος. Θεωρείται ένας από του μεγαλύτερους Έλληνες ποιητές.(1912-1991)

«Το παιδί με τη σάλπιγγα»

 Αν μπορούσες να ακουστείς θα σου έδινα την ψυχή μου να την πας ως την άκρη του κόσμου. Να την κάνεις περιπατητικό αστέρι ή ξύλα αναμμένα για τα Χριστούγεννα – στο τζάκι του νέγρου ή του Έλληνα χωρικού. Να την κάνεις ανθισμένη μηλιά στα παράθυρα των φυλακισμένων. Εγώ μπορεί και να μην υπάρχω ως αύριο. Αν μπορούσες να ακουστείς θα σου έδινα την ψυχή μου να την κάνεις τις νύχτες ορατές νότες, έγχρωμες, στον αέρα του κόσμου. Να την κάνεις αγάπη.

 

  • Μιχάλης Γκανάς, ποιητής και στιχουργός. Γεννήθηκε στον Τσαμαντά Θεσπρωτίας το 1944 και έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Φοίτησε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών:

Χριστουγεννιάτικη ιστορία( απόσπασμα)

 

Κάθεται μόνος και καθαρίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι. Κανείς δε θά ’ρθει και το ξέρει, κλείσαν οι δρόμοι από το χιόνι, σαν πέρυσι, σαν πρόπερσι, Χριστούγεννα και πάλι και τα ποτά κρυώνουν στο ντουλάπι. Το τσίπουρο στυφό, το ούζο γάλα και το κρασί ραγίζει τα μπουκάλια. Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη.

Κάθεται μόνος του δίπλα στο τζάκι, δεν πίνει, δεν καπνίζει, δε μιλάει. Στην τηλεόραση χιονίζει, το στρώνει αργά στο πάτωμα και στο τραπέζι και στις παλιές φωτογραφίες, γνώριμα μάτια των νεκρών, που τον κοιτάζουν απ’ το μέλλον. Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη και μόνο το δικό της βλέμμα έρχεται από τα περασμένα. Κοντεύουνε μεσάνυχτα και καθαρίζει τ’ όπλο του απ’ το πρωί. Πώς να του πω «Καλά Χριστούγεννα», ευχές δε φθάνουν ως εδώ, δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα, η σκέψη αρπάζεται απ’ το κλαδί της μνήμης, μα να τρυπώσει δεν μπορεί στη μοναξιά του.

Μια μοναξιά που χτίστηκε σιγά σιγά μ’ όλα τα υλικά και δίχως λόγια. …………………………………………. Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά πάρε κι εμάς μαζί σου, με τους ανήλικους γονείς, παιδάκια των παιδιών μας. Σε στρωματσάδα ρίξε μας μια νύχτα του χειμώνα, πίσω απ’ τα ματοτσίνορα ν’ ακούμε τους μεγάλους, να βήχουν, να σωπαίνουνε, να βλαστημούν το χιόνι. Κι εμείς να τους λυπόμαστε που γίνανε μεγάλοι και να βιαζόμαστε πολύ να μοιάσουμε σ’ εκείνους, να δουν πως μεγαλώσαμε να παρηγορηθούνε.

Καλά Χριστούγεννα!

 

Παπαδοπούλου Δέσποινα  23/12/2016

Leave a reply

Your email address will not be published.

You may use these HTML tags and attributes:

<a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>